Monday, March 9, 2020

Δύο Γλώσσες μιας Διχασμένης Χώρας: Η Γλωσσολογική Διαφορετικότητα στην Κύπρο

by Dorothea Christophorou


Dorothea Christophorou is a senior in Political Science and communication at The University of Illinois. Dorothea’s future plans include working in Chicago with non-governmental organizations. Dorothea wrote this blog post in 418 'Language and Minorities in Europe' in spring 2019.

Βρισκόμενη στα ανατολικά της Μεσογείου, η Κύπρος έχει μια μοναδική γεωπολιτική θέση και είναι ανάμεσα στο σταυροδρόμι τριών ηπείρων (Ευρώπη, Αφρική, Ασία). Ένα μικρό νησί που έγινε ανεξάρτητη χώρα το 1960, υπήρξε σημείο συνάντησης πολλών πολιτισμών και Κουλτούρων και έχει μια μακρά και πολυτάραχη ιστορία.

Μέσα από τους αιώνες της ιστορίας της, η Κύπρος κατακτήθηκε από τους Φοίνικες, τους Ασσύριους, τους Πέρσες, τους Άραβες, τους Βενετούς, τους Ρωμαίους, τους Έλληνες, τους Οθωμανούς και τους Βρετανούς από τα πρώτα χρόνια της ύπαρξης της. Οι κατακτητές άφησαν στοιχεία από την ιστορία τους, την αρχιτεκτονική, τον πολιτισμό και τη γλώσσα στο νησί και κάποιες από αυτές τις επιρροές οποίες παραμένουν μέχρι σήμερα αποτυπωμένες. Απο όλους τους κατακτητές της, την μεγαλύτερη επιρροή άφησαν οι Έλληνες, οι Οθωμανοί και οι Άγγλοι, διαμορφώνοντας το νησί. Όταν η Κύπρος απέκτησε την ανεξαρτησία της από τους Βρετανούς το 1960, ο πληθυσμός (572.000), αποτελούσε 77% Ελληνοκύπριους, 18% Τουρκοκύπριους και 5% Μαρωνίτες, Αρμένιους, Βρετανούς κλπ. Η Ελλάδα και η Τουρκία είχαν καθιερωμένο καθεστώς ως οι «μητρικές χώρες» σε σχέση με τις αντίστοιχες κυπριακές κοινότητες. Το σύνταγμα του νησιού γράφει ότι τα Ελληνικά και τα Τούρκικα είναι οι επίσημες γλώσσες του νησιού, ενώ η αγγλική γλώσσα χρησιμοποιείται από την πλειονότητα των κατοίκων ως η "τρίτη" γλώσσα. Επιπλέον, η μικρή Αρμένικη κοινότητα διατήρησε τη δική της γλώσσα (αρμένικα), ενώ παράλληλα χρησιμοποίησε την ελληνική γλώσσα για να επικοινωνήσει με τον ελληνόφωνο πληθυσμό. Είναι ενδιαφέρον να σημειώσουμε ότι τόσο η ελληνοκυπριακή όσο και η τουρκοκυπριακή κοινότητα μιλούσαν (και εξακολουθούν να μιλούν) μια μοναδική διάλεκτο των αντίστοιχων γλωσσών τους. Παρόλο που η γραπτή Ελληνική γλώσσα είναι πανομοιότυπη τόσο για τους Κύπριους όσο και για τους Έλληνες, (και το ίδιο συμβαίνει και με την τουρκική γλώσσα για τους Τουρκοκύπριους και τους ομογενείς Τούρκους), οι διάλεκτοι των δύο κοινωνιών προσθέτουν ένα άλλο μοναδικό στοιχείο στο γλωσσικό πλούτο της Κύπρου.

Μεταξύ του 1960-1974 οι δύο κύριες κοινότητες (Ελληνοκυπριακή πλειοψηφία και Τουρκοκυπριακή μειονότητα) συνυπήρχαν ειρηνικά, αν και είχαν και περιόδους έντονων και βίαιων συγκρούσεων. Παρά την ύπαρξη δύο διαφορετικών κύριων γλωσσών που μιλούσαν αποκλειστικά μέσα στις αντίστοιχες κοινότητες, υπήρχαν κοινές λέξεις. Αυτό βοήθησε με την επικοινωνία στο νησί, ιδιαίτερα στα μικρά χωριά και στις πόλεις, όπου οι δύο κοινότητες συγκατοικούσαν. Οι παλαιότερες γενιές μπορούσαν επικοινωνήσουν, παρά τις διαφορές τους και προσπαθούσαν να επικοινωνήσουν μεταξύ τους χρησιμοποιώντας η μια πλευρά τη γλώσσα της άλλης. Για παράδειγμα, η λέξη "τσάντα" στην ελληνική γλώσσα είναι παρόμοια με την τουρκική λέξη "canta" που προφέρεται με τον ίδιο τρόπο. Αυτό επέτρεψε τη λειτουργικότητα της γλώσσας ως ένα σημείο και ήταν ένας τρόπος που διευκόλυνε την αίσθηση της κοινής ταυτότητας μεταξύ των Ελληνοκυπρίων και των Τουρκοκυπρίων, παρά τις διαφορές που είχαν μεταξύ τους. 

Μετά το 1974, οι νέες πολιτικές πραγματικότητες που επικρατούσαν στο νησί προκάλεσαν μόνιμη αλλαγή στο δημογραφικό και εθνικό χαρακτηριστικά της Κύπρου, συμπεριλαμβανομένης της γλωσσικής αλληλεπίδρασης μεταξύ των δύο κοινοτήτων. Οι Τουρκοκύπριοι που κατοικούσαν στο νότιο κομμάτι του νησιού (τώρα υπό έλεγχο) μετακόμισαν στο βόρειο κομμάτι του νησιού που ελέγχεται από την Τουρκία. Οι Ελληνοκύπριοι κάτοικοι έφυγαν από τα νότια μέρη τους κατά τη διάρκεια της εισβολής για να σώσουν τη ζωή τους. Το αποτέλεσμα ήταν μια χώρα χωρισμένη και δύο κοινότητες που παρέμειναν από τότε. 

Η Λευκωσία, η πρωτεύουσα της Κύπρου, είναι μια διαιρεμένη πόλη που χωρίζει τις δύο κοινότητες με ένα φυσικό σύνορο, γνωστό ως η πράσινη γραμμή. 

Με τα νέα δεδομένα, η διγλωσσία που υπήρχε στο νησί εξαφανίστηκε, με την εφαρμογή μονογλωσσικών πρωτοβουλιών από την ελληνοκυπριακή κυβέρνηση. Χωρίς την αναγνώριση της τουρκοκρατούμενης βόρειας πλευράς του νησιού, από τη διεθνή κοινότητα, η Κυπριακή κυβέρνηση έχει προχωρήσει με την εφαρμογή πολιτικών που επικεντρώνονται στην Ελληνοκυπριακή γλώσσα και σχεδόν καμία που επικεντρώνεται στη τουρκοκυπριακή γλώσσα. Παρόλο που πολλά κυβερνητικά έγγραφα είναι διαθέσιμα στα τουρκοκυπριακά μέχρι σήμερα, είναι ασυνήθιστο για όσους ζουν στη νότια πλευρά να τα ζητήσουν.

Οι γλωσσικές πρωτοβουλίες στην Κύπρο έχουν απομείνει σε μη κυβερνητικές οργανώσεις και στις προσπάθειες ορισμένων ακτιβιστών στο νησί να προωθήσουν κάποια από την επικοινωνία που υπήρχε στο νησί πριν από τον πόλεμο του 1974. Το 2003, ένα από τα δύο σχολεία δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης στη Λευκωσία, το Αγγλικό Σχολείο, άρχισε να δέχεται Τουρκοκύπριους μαθητές όπως έκανε πριν από χρόνια. Το Υπουργείο Παιδείας και Πολιτισμού στην Κύπρο έχει αρχίσει να αναγνωρίζει ότι η γλωσσική πολυμορφία και η μάθηση των γλωσσών είναι απαραίτητη. Τα Εκπαιδευτικά Κέντρα σε όλη τη χώρα είναι ανοικτά τόσο για τους Τουρκοκύπριους όσο και για τους Ελληνοκυπρίους για να μάθουν τη γλώσσα και τον πολιτισμό, την κοινότητα και την κοινωνία (Υπουργείο Παιδείας και Πολιτισμού).

0 comments:

Post a Comment

The moderators of the Linguis Europae blog reserve the right to delete any comments that they deem inappropriate. This may include, but is not limited to, spam, racist or disrespectful comments about other cultures/groups or directed at other commenters, and explicit language.

 
Cookie Settings